φῡλέτις , ιδος, ἡ , fem . von φυλέτης , auch statt φυλετική , z. B. ἐκκλησία φυλέτις , comitia tributa, D. Hal . 7, 59; App. B. C . 3, ...
φῡλετικός , dem φυλέτης gehörig, eigen, ihn betreffend; δικαστήρια, ... ... . VI, 768 c XI, 915 c ; φυλετικὴ ἐκκλησία , comitia tributa, D. Hal . 7, 59; ψηφοφορία 9, 41.