κοτυληδών , όνος, ἡ , wie κοτύλη , jede Vertiefung; – a) vom Becher , ἐκϑλίψαντα πορεῖν κυάϑου κοτυληδόνα πλήρη Nic. Al . 547. – b) die Pfanne des Hü sth eckens , νῦν γὰρ ἐν ἄρϑροις τοῖς ἡμετέροις ...