πᾱνίον , τό , = πηνίον; τὰ τροχαῖα πανία , Leon. Tar . 8 (VI, 288).
πάνιον , τό , s. πανία .
σκηπάνιον , τό, = σκῆπτρον, σκήπων , Stab, Scepter ; σκηπανίῳ γαιήοχος ἀμφοτέρω κεκοπώς , Il . 13, 59, wie σκηπανίῳ δίεπ' ἀνέρας 24, 247; sp. D ., wie Eryc . 9 (IX, 233).
τρῡπάνιον , τό , dim . von τρύπανον , kleiner Bohrer, Poll . 10, 146.
δρεπάνιον , τό , dim . von δρέπανον , Ath . IV, 155 e.
σκᾱπάνιον , τό , dor. = σκηπάνιον , Hesych .
τυμπάνιον , τό , dim . von τύμπανον , Strab .
σκαπάνιον , τό , dim . von σκαπάνη , Sp .
σκηπήνιον , τό , spätere poet. Form statt σκηπάνιον , Hesych .