οὐράνη , ἡ , Urin-, Nachttopf; κάκοσμος , Aesch. frg . 15; Soph. frg . 147; vgl. Ath . I, 17. – Nach Poll . 2, 223 auch = οὐρήϑρα .
κάκ-οδμος , übelriechend, Hippocr ., = κάκοσμος .
κατα-κοσμέω , in Ordnung bringen; ... ... βουλόμενος τον φύσαντα σεμνοτέροις κατακοσμῆσαι πράγμασι Ar. Vesp . 1473; Sp ., κατακοσμοῠντες ἑαυτούς , ehren, Plut. Rom . 23.