παρωός , auch πάρωος u. παρῶος , kupferroth; gew. ἵππος , ein Fuchs, Arist. H. A . 9, 45, v. l . παρώας , nach Phot . ἵππος μεταξὺ τεφροῠ καὶ πυῤῥοῦ χρώματος .
ἀποῤ-ῥοφάω od. ἀποῤ-ῥοφέω , abschlürfen, abtrinken, ἀπεῤῥόφησας τοῦ οἴνου Xen. Cyr . 1, 3, 10.
ἱππο-κάνθαρος , ὁ , Käferroß, Ar. Pax 181.