κατα-μέμφομαι , tadeln, schelten, beschuldigen; καταμεμφϑέντα (wie sonst aor. med .) ἰσχύν Pind. N , 11, 30; σφᾶς αὐτούς Thuc . 8, 106; ἐμαυτόν, ὡς οὐκ εἰδώς ...
φλέγω , aor. pass . ἐφλέγην , Sp ., vgl. ... ... διὰ χερῶν ὡπλισμένη 415, u. öfter; auch übertr., ϑυμὸς ἀνδρείᾳ φλέγων , muthentflammt, 52; πρὶν ταχυῤῥόϑους λόγους ἱκέσϑαι καὶ φλέγειν χρείας ὕπο 268, ehe ...
προ-πέμπω , vorher- oder voraufschicken , ... ... οἱ μισϑούμενοι προπέμπουσι τοὺς τελευτήσαντας , Plat. Legg . VII, 800 c; προπεμφϑέντες δὲ κοινῇ ὑπὸ τῆς πόλεως, ἰδίᾳ δὲ ὑπὸ τῶν οἰκείων , Menex . ...
ἀπο-λαμβάνω (s. λαμβάνω ... ... , 420 c; abschneiden, vom Winde, der die Schiffer faßt u. aufhält, ἀπολαμφϑέντες ὑπ' ἀνέμων Her . 2, 115; ὅταν τύχωσιν ἄνεμοι ἀπολαβόντες αὐτούς ...