κατ-είνῡμι , ion. = καϑέννῡμι.
κατα-έννῡμι (s. ἕννυμι ), p. = καϑέννυμι , bekleiden, bedecken; ὄρος καταειμένον ὕλῃ , mit Wald bekleideter, waldbewachsener Berg, Od . 13, 351. 19, 431; ϑριξὶ δὲ πάντα νέκυν καταείνυον (Bekker ...