πέλλα , ἡ , ion. πέλλη , Gelte, Melkfaß , mulctra ; περιγλαγεῖς , Il . 16, 642; Theocr . 1, 26; nach Phot . σκάφη τις, ἔνϑα τυρὸν ἀμέλγουσι . Vgl. Ath . XI, 495, der ...
πελλάς , ἡ, = πέλλα , mulctra , πελλίς (?); – πέλλας erkl. Hesych . πρεσβύτης .