ὅκα , poet. ὅκκα , dor. = ὅτε , vgl. πόκα u. τόκα .
ὅκκα , poet. = ὅκα; Theocr . 8, 68. 11, 22; auch c. conj., Mel . b. Stob. Floril. 1, 64; ὅκκαν id. ibid . 1, 67.
ὀξίνα , ἡ , die spitzige Egge, occa, Hesych . beschreibt genau, ἐργαλεῖόν τι γεωργικὸν σιδηροῦς γόμφους ἔχον, ἑλκόμενον ὑπὸ βοῶν .
ἐγ-κατα-τίθημι ... ... noch οὔασι δεξάμενοι στέρνοις ἐγκατέϑεντο Simon . 98 ( App . 83); ὅκα φρεσὶν ἐγκατάϑοιτο βουλάν Theocr. 17, 14; auch εἰς τὸν νοῠν ...