πίθηκος , ὁ (auch πίϑηξ und πίϑων ), der Affe ; Ar. Ach . 120 Av . 440 u. öfter; sprichwörtlich ἀντὶ λέοντος πίϑηκον γίγνεσϑαι , Plat. Rep . IX, 590 b; πίϑηκος ἐν πορφύρᾳ , ...
κλυτό-μαντις , εως, ὁ , berühmter Seher; Pytho, Pind. frg . 60.
δια-κρίνω (s. κρίνω ), ... ... . ἔστι δὲ τὸ διακρινϑῆναι διχῶς χωρισϑῆναι· ὁ δὲ Ζηνόδοτος συνήϑως ἡμῖν τέταχεν (» puto pro judicium subire« Lehrs Aristarch. p. 151). – 3) Medium ...