χρέμπτομαι , sich räuspern, bes. ausspucken; Eur. Cycl . 626; σιώπα, πρόςεχε τὸν νοῠν· χρέμπτεται γὰρ ἤδη, ὅπερ ποιοῠσ' οἱ ῥήτορες Ar. Th . 381; Luc. Catapl . 12; auch kom. μῆλα χρέμπ τεται , Eupol . ...