ἀν-αρίθμητος , 1) unzählbar, unermeßlich, ἀμπλακίαι Pind. N . 7, 25; χρόνος Soph. Ai . 637; στρατιά Isocr . 4, 93; μυριάδες Plat. Theaet . 175 ...
τρις-αν-άριθμος , dreimal, ganz unzählbar, Orak. bei Rutgers var. lect . 5, 8.
κόνις , ιος u. εως, ἡ , Staub ; ... ... οὐδ' εἴ μοι τόσα δοίη, ὅσα ψάμαϑός τε κόνις τε , d. i. unzählbar Vieles, 9, 385; κόνις δέ σφ' ἀμφιδεδήει κοπτομένη πλεκτοῖσιν ὑφ' ἅρμασι ...
ἀ-λόγιστος , 1) ... ... 99; auch von Sachen, τόλμα 6, 59. – 2) nicht herzuzählen, unzählbar, κακά Soph. O. C . 1671; aber ἀλ. ἀντάλλαγμα ...