μῡελόεις , εσσα, εν , markig, voll Mark, ὀστέα , Od . 9, 293; ὄστρεα , gallertartig, ... ... . erkl. τὸν ὡς μυελὸς γενόμενον ἐκ τῆς ἑψήσεως ; daher = nahrhaft, fett.
ἐλαιήεις , εσσα, εν , mit Oelbäumen bepflanzt ... ... φλοιός , Nonn. D . 11, 510 Nic. Th . 676; voll Oel, ἀμφιφορεύς Nonn . 5, 226; ölig, fett, ἐλαιάεσσα νηδύς Soph. frg . 405, zw.