ἐξ-ανα-γιγνώσκω (γιγνώσκω) , aus-, durchlesen; ἐξαναγνούς πάντα τὰ ὑπομνήματα Ath . III, 83 b; τὸ ...
δι-ανα-γιγνώσκω (s. γιγνώσκω ), durchlesen; λόγον , Isocr . 12, 201; Δημόκριτον πάντα διανεγνωκώς Damox. Ath . III, 102 (v. 13); Pol . 31, 21 u. ...
κατ-ανα-γιγνώσκω (s. γιγνώσκω ), durchlesen, Ath . XIII, 610 d.
ἐπι-λέγω , 1) noch dazu sagen, zu ... ... 1, 86; αἰσχύνην D. Hal . 9, 57. – c) lesen, durchlesen, Her . oft, βιβλίον, γράμματα , 1, 124. 3, 41 ...
δια-γιγνώσκω (s. ... ... , Plat. Legg . II, 668 c u. Sp . – 4) durchlesen, Pol . 3, 32, 2; Ael. V. H . 14 ...