τροφεῖον , τό , 1) Kostgeld, Lohn für Ernährung u. Erziehung, Ammen- od. Erzieherlohn; ϑανὼν τροφεῖα πληρώσει χϑονί Aesch. Spt . 459; τροφεῖα δεσπόταις ἀποδούς Eur. Ion 852; El . 626; τὰ τροφεῖα ἐκτίνειν , Plat ...