πέδαλα , erkl. Hesych . ποικίλα .
ποδεῖον od. πόδειον, τό , auch πόδιον , eine Socke um den Fuß, pedale, Sp .; ὑφαίνεται ἐξ αὐτοῦ καὶ πόδεια καὶ ἄλλα ἱμάτια , Ath . II, 64 d; Poll . 7, 22.