ἍΜΑ (verw. ὁμοῠ, σύν, ξύν , cum , ... ... ' ἅμα χάρμα καὶ ἄλγος ἕλε φρένα , zugleich; Iliad . 7, 255 ἐκσπασσαμένω δολίχ' ἔγχεα χερσὶν ἅμ' ἄμφω σύν ῥ' ἔπεσον ; 19, 242 ...
... φάσγανά τε σπάσσασϑε 22, 74, σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῠ 10, 439, u. öfter; ἐκ ... ... . ἔγχεος ἐξ ὠτειλῆς , Il . 11, 458; Pind . σπασσάμενος ἄροτρον , P . 4, 234; ὡς ἕκαστος ἔσπασεν τύχης πάλον ...