εὐ-αυγής , ές , hellglänzend, χιόνος βολαί Eur. Bacch . 661; leicht in die Augen fallend, πύργος Suppl . 652, nur conj . für εὐαγής , w. m. s.
... . τοῦτο δ' οὐκ εὐαγές μοι ἀπέβη , Ep . II, 312 a. – Adv. ... ... καϑαρὰ καὶ εὐαγέα , von der Sonne u. den Sternen; ἀέρος τὸ εὐαγέστατον ἐπίκλην αἰϑὴρ καλούμενος Plat. Tim . 58 d; übertr., ἃ μαϑοῠσι εὐαγέστερον γίγνεσϑαι, μὴ μαϑοῠσι δὲ σκοτωδέστερα φαίνεσϑαι Legg . XII, 952 a; ...