συμ-παρα-κελεύομαι , dep. med ., mit ermahnen, Isocr . 13, 21 Bekker, vulg . συμπαρασκευάσασϑαι .
... ναῠς Thuc . 7, 36. 8, 43; – ἐπισκευάσαι τὰ χρήματα ἐφ' ἁρμάτων , die Sachen auf die Wagen packen, Xen. Cyr . 7, 3, 1; med ., ἐπισκευασάμενοι ὑποζύγια Hell . 7, 2, 18. – Uebh. zurüsten, ...
... 39 d; u. absolut, νῦν δ', ὥςπερ παρεσκεύασαι πορεύου εἰς ἀγρόν , Crat . 440 e ... ... τούτῳ ἄριστα παρεσκεύασται ζῆν , Plat. Menex . 248 a; – παρασκευασάμενοι ῥήτορας , anstiftend, Is . 1, 7. – Bei Dem . 27, 2 entspricht sich παρασκευάσασϑαι δυναμένους und λέγειν ἱκανούς , auf die mancherlei Machinationen gehend; vgl. ...
... . 20, öfter; auch absol., κατασκευάσας ὡς ἐγώ εἰμι αἴτιος 21, 110; dah. κατεσκευασμένοι ... ... X, 606 e, öfter; τοὺς ἵππους χαλκοῖς πᾶσι προβλήμασι κατεσκευάσατο Xen. Cyr . 6, 1, 51; τριήρεις ἐπὶ τὸν ... ... einrichten, wohnen, Lys . 24, 20; Thuc . 2, 17 κατεσκευάσαντο δὲ καὶ ἐν τοῖς πύργοις ; ...
ὡς , dor. auch ὥ , B. A . 591, ... ... τῶν ὑπαρχόντων , nach Möglichkeit, wie es sich nach den Zeitumständen thun ließ; παρασκευασάμενος ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν ist = ὡς ναυμαχήσων, ὡς εἰς μάχην , Xen ...
μετα-σκευάζω ... ... , wegbringen, wegschaffen, nach einem andern Orte hin; auch im med ., μετασκευασάμενοι εἰς τὴν καταγωγὴν ἐκ τοῦ πλοίου , Luc. Tox . 57, öfter; μετασκευασάμενος τὸν οἶκον ὅλον , mit seinem ganzen Hause fortziehend, D. Hal . ...
προ-κατα-σκευάζω ... ... Lys . 26; Pol . 1, 21, 3; auch med ., προκατασκευασάμενος τὰ προειρημένα , 10, 22, 1; προκατεσκευασμένοι φίλους , 4, 32, ...