κατ-έχω (s. ἔχω ), 1) anhalten, ... ... Soph. O. C . 371, μεγάλοι ϑόρυβοι κατέχουσ' ἡμᾶς ἐπὶ δυςκλείᾳ , üble Gerüchte herrschen von uns, Ai . 142, κατεῖχ' ἀεὶ πᾶν στρατόπεδον δυςφημίαις ...