ἄν , eine Partikel, welche im Deutschen durch kein einzelnes Wort übersetzt ... ... . 15, 297 στείομεν, εἴ κε πρῶτον ἐρύξομεν ἀντιάσαντες ; 22, 175 φράζεσϑε καὶ μητιάασϑε ἠέ μιν σα ώσομεν ἦέ μιν δαμάσσομεν ; 9, 155. 297 ...
... , 410 βιάζεται , passiv . Iliad . 11, 589 βιάζεται , 15, 727. 16, 102 βιάζετο , 11, 576 βιαζόμενον ... ... . An . 7, 8, 11; ὁ νόμος πολλὰ παρὰ τὴν φύσιν βιάζεται Plat. Prot . 337 d; vgl. Xen. ...
ἰσάζω , gleich machen; von einer wägenden Frau, σταϑμὸν ... ... ἀνάγκη πρότερον ὑπάρχειν τὴν ἀνισότητα αὐτοῖς τοῦ ἰσασϑῆναι Metaph . 13, 4; ἰσάζεται ψήφοις δίστιχα Leon. Al . 14 (IX, 356); med ., sich ...
μητιάω (μῆτις) , wie μήδομαι , ... ... ., μητιόωντο – τεῖχος ἀμαλδῦναι , Il . 12, 17; absol., φράζεσϑε, ϑεοί, καὶ μητιάασϑε , 22, 174; einzeln bei sp. D . ...