κατ-ερείκω (s. ἐρείκω ), zerbrechen, zerschroten, auf der Mühle, VLL. καταϑραύω ; so κάχρυς κατηρειγμέναι Demo bei Harpocr. v . προκώνια ; – komisch μύλη ἥτις δυνατὴ τὸν ἐμὸν ϑυμὸν κατερεῖξαι, ...
κατα-τανύω (s. τανύω ), = κατατείνω; H. h. Dionys . 34; Hippocr .
κατα-τάμνω , ion. = κατατέμνω .
κατα-θείομαι , = κατάϑωμαι , conj. aor . II. med . von κατατίϑημι . Eben so καταθείομεν für καταϑῶμεν .
κατα-δραμεῖν , aor . II. zu κατατρέχω .
κατα-τραγεῖν , aor . II. zu κατατρώγω .
κατα-τροχάζω , = κατατρέχω , Sp .
... . C . 227; χάριν τῷ νικῶντι καταϑέμεν Pind. N . 7, 76. – 3) hingeben ; ... ... 1, 3, 3. – Καταϑείομαι ist ep. conj . statt κατάϑωμαι , Il . 22, 111; häufig sind die ep. Formen ...