ἀνα-νέωσις , ἡ , Erneuerung, Wiederherstellung, συμμαχίας Thuc . 6, 82; Pol . 23, 1. Bei D. Sic . 5, 67 neben μνήμη .
παλιν-δικία , ἡ , Erneuerung eines Rechtshandels; πολλὰς διαδόσεις καὶ παλινδικίας εὑρίσκοντας Plut. Dem . 6; Sp ., παλινδικίας διδοὺς τοῖς ἀδίκως κατακριϑεῖσι Hdn . 7, 6, 7.
ἀνα-πολεμόω , zur Erneuerung des Krieges anreizen.
μετα-ποίησις , ἡ , Umarbeitung, Veränderung, bes. Erneuerung und Ausbesserung, Sp .
ἀνα-καίνωσις , ἡ , die Erneuerung, N. T .
παλιγ-γενεσία , ἡ , Wiedergeburt, Wiederaufleben, Erneuerung; ἐκ ϑανάτου , Long . 3, 4; ἀπ οϑανοῦσα μυῖα ἀνίσταται καὶ παλιγγενεσία τις αὐτῇ καὶ βίος ἄλλος ἐξ ὑπαρχῆς γίγνεται , Luc. enc. muscae 7; ...
καινο ύργησις , ἡ , Erneuerung, Suid . καταβολή .
καινο-ποίησις , ἡ , die Erneuerung, Wiedergeburt, K. S.