ἀκαλαρ-ρείτης , sanft fließend, ἀκαλός u. ῥέω , Hom . zweimal, Iliad . 7, 422 Od . 19, 434 ἠέλιος μὲν ἔπειτα νέον προσέβαλλεν ἀρούρας (,) ἐξ ἀκαλαρρείταο βαϑυρρόου Ὠκεανοῖο (οὐρ ...