παρ-οίχομαι (s. οἴχομαι ... ... τοῦδ' ἐγὼ παροίχομαι , 447, Schol . ἐκτὸς ἔσομαι τοῦ νείκους , ich vermeide den Streit; aber Eur. Med . δύστανε, μοίρας ὅσον παροίχει ist ...