εὐ-πρεπής , ές , wohlanständig, schicklich ; κόσμος Aesch. Pers . 819; ἄνδρα ( sc . ἐξελϑεῖν) εὐπρεπέστερόν ἐστι Ch . 653; οὐ γὰρ εὐπρεπὲς λέγειν Eur. Gr . 1145; mit ...
παν-ευ-πρεπής , ές , ganz wohlanständig, schicklich, Sp .
εὔ-κοσμος , wohlgeordnet; φυγή ... ... geschmückt, ὡς εὐκοσμότατα καὶ λαμπρότατα Xen. Cyr . 2, 4, 1; wohlanständig, καὶ μεγαλοπρεπῶς τῷ δήμῳ διαλέγεσϑαι Plut. Dem . 11.