αἴσιμος

[62] αἴσιμος, ον, fem. αἰσίμη Od. 23, 14, adj. zu αἶσα, was man vgl.; Od. 7, 310 ἀμείνω δ' αἴσιμαΑάντα, Alles was billig, geziemend, schicklich ist; αἴσιμα παρειπών Il. 6, 62, Od. 22, 46 ταῠτα μὲν αἴσιμα εἶπας, ὅσα ῥέζεσκον Ἀχαιοί, πολλὰ μὲν ἐν μεγάροισιν ἀτάσϑαλα, πολλὰ δ' ἐπ' ἀγροῠ; αἴσιμα είδέναι, gerecht sein, Il. 15, 207; βασιλεὺς φρεσὶν αἴσιμα είδώς Od. 2, 231; τίσειν αἴσιμα πάντα, Alles was billig ist bezahlen Od. 8, 348; αἴσιμα πίνειν Od. 21, 294, mäßig trinken; αἴσιμα ἔργα Od. 14, 84; πρὶν δὲ φρένας αἰσίμη ἦσϑα, du warst eine vernünftige Frau, Od. 23, 14, Ggstz μάργη, ἄφρων; – αἴσιμον ἦμαρ = κὴρ ϑανάτοιο Il. 8, 72. 22, 212; δὴ γάρ σφι παρίσταται αἴσιμον ἦμαρ Od. 16, 280; αἴσιμόν ἐστι c. inf. = es ist beschieden Il. 9, 245. 15, 274. 21, 291. 495 Od. 15, 239. – Mosch. 2, 106.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 1, S. 62.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien: