μαργόω

[95] μαργόω, zum μάργος machen, pass., = μαργαίνω, μαργουμένους στείχειν ἐπώτρυνε Pind. N. 9, 19; μεμαργωμένοι, κυνοϑρασεῖς vrbdt Aesch. Suppl. 739.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 2, S. 95.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien: