περι-σκέπω

[591] περι-σκέπω, = περισκεπάζω, οὐ δυναμένου τοῠ ϑυρεοῠ τὸν ἄνδρα περισκέπειν, Pol. 2, 20, 3.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 2, S. 591.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien: