στεγνός

[932] στεγνός, zsgzgn statt στεγανός, bedeckt; στέγν' ἔχω σκηνώματα, Eur. Cycl. 323; περικαλύψῃ πίλῳ στεγνῷ, fest, dicht, Her. 4, 23; τὸ στεγνόν, das Haus, wie στέγη, Xen. An. 7, 4, 12; ἡ δίαιτα τοῖς ἀνϑρώποις οὐκ ἔστιν ἐν ὑπαίϑρῳ, ἀλλὰ σ τεγνῶν δεῖται, Oec. 7, 19; τὸ στεγνόν, Zelt, D. Sic. 18, 26; στεγνὰ πτερά, häutige Flügel, Nic. Th. 762. Vgl. στεγανόπους.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 2, S. 932.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien: