στροβέω

[954] στροβέω, auch στρομβέω u. στρομβόω, einen Kreisel drehen, im Kreise herumdrehen, herumtreiben, und übertr., beunruhigen, τίνες σὲ δόξαι στροβοῠσιν; Aesch. Ch. 1052, vgl. Ag. 1189; οἵοισιν ἐν χειμῶσι στροβούμεϑα, Ch. 201; στρόβει, Ar. Equ. 385, wie Vesp. 1528; πάντα τρόπον τε σαυτὸν στρόβει πυκνώσας, Nubb. 692; στροβήσεται ὄμματα, Ran. 816, er wird seine Augen rollen; u. in späterer Prosa häufiger, νόσος λοιμώδης ἐστροβησε τὴν Ῥώμην, Plut. Num. 13; u. pass., ἐστροβεῖτο νύκτωρ καὶ μεϑ' ἡμέραν περὶ το ύτων διανοούμενος, Pol. 24, 8, 13.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 2, S. 954.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien: