ἐπι-δέχομαι

[936] ἐπι-δέχομαι (s. δέχομαι), ion. ἐπιδέκομαι, dazu auf-, annehmen; Her. 8, 75; Sp., τὰς πρεσβείας D. Hal. 1, 63; τοὺς παραγενομένους φιλανϑρώπως Pol. 22, 1, 3; ἐὰν τὰ μετὰ γυναικὸς ἐπιδέχηται χρήματα Men. Stob. flor. 70, 5; auch πόλεμον u. ä., Pol. 4, 31; ὅτι φόρους δώσει 27, 8; – zugeben, gestatten, erlauben, οὐκ ἐπιδέχεται ὁ χρόνος μακρολογεῖν Din. 1, 36; τοῠτ' ἤδη πᾶσαν ἐπιδέχεται κατηγορίαν Dem. 10, 28; ὥστε μὴ ἐπιδέχεσϑαι δόξαν αἰτίας πονηρᾶς Aesch. 1, 48; oft Pol., auch = billigen, gutheißen, τὴν παῤῥησίαν τινός 33, 15, 6.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 1, S. 936.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien:
Ähnliche Einträge in anderen Lexika