αὐτό-ληπτος , bei Apoll. Lex . Erkl. von αὐτάγρετος .
αὐτο-θήρευτος , Erkl. von αὐτάγρετος , Schol. Opp. H . 5, 588.
πρός , dor. u. poet. ποτί u. προτί ... ... αὑτῆς τέϑνηκε , Tr . 1122; αὐτὸς πρὸς αὑτοῠ , sc . αἱμάσσεται , Ant . 1162. Aber πρὸς ἀνδρὸς ἢ τέκνων φοβουμένη , Soph ...
ἐπ-άγω (s. ἄγω) , 1) herbei ... ... act ., sich ein Unglück zuziehen, συμφοράν Lys . 4, 19; αὐϑαίρετον αὑτοῖς δουλείαν Dem . 19, 259; δούλωσιν τῶν συμμάχων , herbeizuführen ...
ἐπ-ακτός (ἐπάγ ... ... freiwillig herbeigeführt, zugezogen; νόσος Soph. Tr . 491, Schol . αὐϑαίρετος; γάμων ἐπακτὰν ἄταν Eur. Phoen . 345; μανία Plat. ...
ἐπι-βάλλω (s. βάλλω ), 1 ... ... wie N. T ., ἐπιβεβλημένος σινδόνα , u. ä. – Uebertr., αὐϑαίρετον δουλείαν , über sich nehmen, Thuc . 6, 41. – Bei ...
αὐτ-άγρετος , 1) selbst ... ... , Ap. Rh . 4, 231. – 2) selbst wählend, freiwillig, αὐτάγρετοι λείπουσιν ἡλίου φάος Simonid. frg.; Opp. H . 5, 588. ...