παρθεν-οπίπης ( ὀπιπτεύω), ὁ , ... ... ; voc . παρϑενοπῖπα , Il . 11, 385; VLL. erkl. περιβλέπων τὰς παρϑένους; vgl. γυναικοπίπης, παιδοπίπης, οἰνοπίπης .