πιπράσκω

[618] πιπράσκω, ion. πιπρήσκω (περάω), fut. u. aor. act. fehlen, perf. πέπρᾱκα, πέπρᾱμαι, aor. ἐπράϑην, fut. πεπράσομαι, denn πραϑήσομαι galt für unattisch; – verkaufen, bes. über das Meer hin, außerhalb des Landes; διχῶς ἐπράϑην, Aesch. Ch. 902; Ag. 1011; πραϑεὶς Ὀμφάλῃ, Soph. Tr. 251; auch, wie bei uns, für verrathen, πέπραμαι κἀπόλωλα, Phil. 966; εὐμορφίᾳ πραϑεῖσα, Eur. Troad. 936; πεπρᾶσϑαι, Ar. Ach. 700 (Xen. Hell. 6, 2, 15); πεπράσομαι, Vesp. 179; ὠνούμενά τε καὶ πιπρασκόμενα, Plat. Phaed. 69 b, wie τὸ ὠνηϑὲν ἢ πραϑέν Legg. VIII, 850 a u. ὅσα πρατέα ἑκάστοις ἢ ὠνητέα τοῖς δεομένοις 849 c; τινός, wofür, Xen. An. 7, 7, 26; τοῖς πεπρακόσιν ἑαυτοὺς εἰς τἀναντία τοῖς τῇ πατρίδι συμφέρουσιν, Dem. 17, 13, u. öfter.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 2, S. 618.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien: