παρά-δειγμα

[476] παρά-δειγμα, τό, Beweis, Beispiel, Muster, Vorbild; τὸ σόν τοι παράδειγμ' ἔχων, Soph. O. R. 1193; Eur. El. 1085; τὸ γὰρ παράδειγμα τῶν μανιῶν ἀκούετε, Ar. Pax 64; Her. 5, 62; νῦν μὲν παράδειγμα τοῖς πολλοῖς τῶν Ἑλλήνων ἀνδραγαϑίας νομίζεσϑε, Thuc. 3, 57; οἱ τῷ ϑείῳ παραδείγματι χρώμενοι ζωγράφοι, Plat. Rep. VI, 500 e; παραδείγματα τὰ παρεληλυϑότα τῶν μελλόντων, Isocr. 1, 34; Lys. 22, 20. 27, 5 u. sonst; π. ποιεῖν τινα τοῖς ἄλλοις, Lycurg. 27, 150; Din. 1, 15; – ἔσται δ' ὁ λόγος ἐπὶ παραδείγματος, zum Beispiel, beispielsweise, Aesch. 1, 177. – Bei den Rhetoren nach Arist. rhet. ad Alex. 47 παράδειγμά ἐστι, πράξεις ὁμοῖαι γεγενημέναι καὶ ἐναντίαι ταῖς νῦν ὑφ' ἡμῶν λεγομέναις.

Quelle:
Wilhelm Pape: Handwörterbuch der griechischen Sprache. Braunschweig 31914, Band 2, S. 476.
Lizenz:
Faksimiles:
Kategorien: